- ἐπιβύστρα
- ἐπι-βύστρα, ἡ, das Verstopfende, der Pfropfen
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
ἐπιβύστρα — ἐπιβύστρᾱ , ἐπιβύστρα stopper fem nom/voc/acc dual ἐπιβύστρᾱ , ἐπιβύστρα stopper fem nom/voc sg (attic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
επιβύστρα — η (Α ἐπιβύστρα) βύσμα, βούλωμα νεοελλ. η οπή για την εμπύρευση τών παλαιών πυροβόλων. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + βύστρα (παράλληλος τ. τής λ. βύσμα «πώμα, βούλλωμα»] … Dictionary of Greek